Επιστολή του Χρήστου Πολίτη (8 Ιανουαρίου)

Ο Στυλιανός Γλυκοφρύδης πρέπει να ήταν ένας επιφανής άντρας της εποχής του, αφού διατέλεσε διευθυντής και γενικός επόπτης φυλακών. Καλούσε την κυβέρνηση να καταπολεμήσει τον κομμουνισμό «μιμούμενοι κατά τούτο αλλά επί το ηπιότερον τον Χίτλερ» ενώ το 1936 πρότεινε για τους υπόδικους κομμουνιστές να περιοριστούν τα δικαιώματά τους στο επισκεπτήριο και τον προαυλισμό (ώστε να αποφεύγεται η επαφή με τους υπόλοιπους φυλακισμένους «με τας γνωστάς κακάς συνέπειας»).
Η σκέψη, η αντίληψη, οι προτάσεις του Στυλιανού Γλυκοφρύδη φυσικά δεν έμειναν αναξιοποίητες από το σύγχρονο κράτος.

Μετά την αρπαγή μας, εμένα και του Κ. Μπαρλή, από τα Εξάρχεια στις 4 Δεκεμβρίου, οδηγούμαστε στα γραφεία της αντιτρομοκρατικής. Ενώ ο σύντροφος αφήνεται ελεύθερος, εμένα μου ανακοινώνουν τη σύλληψή μου μετά από 28 ώρες. Ταυτόχρονα, ο αρχηγός της ΕΛΑΣ δηλώνει κυνικά ότι με συνέλαβαν «επειδή αφέθηκα ελεύθερος για την υπόθεση του Εφετείου». Για μια υπόθεση δηλαδή για την οποία είχα κληθεί και εξεταστεί από την 8η τακτική ανακρίτρια και είχα αφεθεί ελεύθερος. Η αλήθεια είναι ότι τους ενδιαφέρει η ομηρία μου ακριβώς επειδή είμαι αναρχικός. Επειδή τα τελευταία 15 χρόνια δραστηριοποιούμαι μέσα από αυτό το ριζοσπαστικό πολιτικό κομμάτι. Στην περίπτωσή μου επιχειρείται όχι απλώς η αναβάθμιση αλλά η εξέλιξη της κατασταλτικής μεθόδου ποινικοποίησης φιλικών και συντροφικών σχέσεων, τα αποτελέσματα της οποίας βιώνουν το τελευταίο διάστημα δεκάδες αγωνιστές. Στη δική μου υπόθεση, η αντιτρομοκρατική προχωρά στην κατασκευή σχέσεων εφόσον δε γνωρίζομαι καν με τους συγκατηγορούμενούς μου. Μετά την προφυλάκισή μου, αφού οι κουκουλοφόροι της αντιτρομοκρατικής μίλαγαν πιο συχνά με την ανακρίτρια απ’ ότι οι δικηγόροι, οδηγούμαι στις φυλακές Γρεβενών, ένα κατάστημα κράτησης τύπου Γ’. Παρά το ότι σύμφωνα με τον σωφρονιστικό κώδικα «Στα Γ’ τύπου κρατούνται χωρίς επικοινωνία με κρατούμενους άλλων κατηγοριών, κρατούμενοι που εκτίουν ποινή ισόβιας κάθειρξης ή πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών και κρίνονται ιδιαίτερα επικίνδυνοι για την ομαλή κοινή συμβίωση στα καταστήματα άλλου τύπου». Μια φυλακή απομονωμένη, με χαμηλές πτέρυγες και ψηλά τείχη ώστε το μάτι να μην μπορεί να δει οτιδήποτε, παντού κάμερες και ηλεκτρονικά συστήματα ασφαλείας. Μια κατασκευή ακίνητη και απολιθωμένη που θέλει να στερήσει κάθε εξωτερικό ερέθισμα, να σε ισοπεδώσει, να σε εξοντώσει ψυχικά. Προφανώς εκτελώντας εντολές με τοποθετούν σε πτέρυγα «προστασίας», χωρίς να το ζητήσω ποτέ, χωρίς να απειλούμαι από κανέναν και παρά τα συνεχή αιτήματά μου να φύγω από εδώ. Αποτέλεσμα αυτής της σκόπιμης επιμονής είναι να μου επιβληθεί ένα ιδιότυπο καθεστώς απόλυτης απομόνωσης, που προσπαθεί –σε ένα βαθμό– να άρει η αίτησή μου για μεταγωγή στις φυλακές Κορυδαλλού.

Η οικονομική πολιτική εμπεριέχει αναμφίβολα σαν συμπλήρωμά της και μια νέα «ποιότητα» κρατικής καταστολής. Σήμερα που ο καπιταλισμός δε μπορεί να κρύψει το πραγματικό του πρόσωπο, η συναίνεση μπορεί να αποσπαστεί μονάχα με τη βία. Με τις δικαστικές αποφάσεις που κηρύσσουν παράνομες τις απεργίες, τις αύρες, τις απειλές για επιστράτευση, τα δακρυγόνα, τις «αντιτρομοκρατικές» επιχειρήσεις. Με τις εκκλήσεις για ψυχραιμία και τις φωνές των δημοσιογράφων. Μονάχα έτσι η ελληνική επικράτεια θα γίνει ένα πετυχημένο πείραμα, που θα την μετατρέψει σε περιφέρεια της ισχυρής Ευρώπης και παράδεισο των αφεντικών. Με έναν πληθυσμό που θα υπομένει, θα περιμένει κάποιον να έρθει να τον σώσει και όσους περισσεύουν να συνωστίζονται στα συσσίτια και τις φυλακές. Ήδη απ’ τις αρχές του ’70, η «αντιτρομοκρατική» πολιτική ήταν το ξεπέρασμα της παραδοσιακής αντικομμουνιστικής πολιτικής. Ήταν η καθεστωτική απάντηση, η καταστολή ενός αντιπάλου που ήταν πανταχού παρών, διάχυτος, ευέλικτος και όχι συγκεκριμένος και στατικός όπως τα επίσημα κομμουνιστικά κόμματα ή ο σοβιετικός στρατός στην ανατολική Ευρώπη. Ο καινούριος εχθρός πλέον ήταν τα δυναμικά και πολύμορφα κινήματα, τα προλεταριακά εκείνα κομμάτια που δεν αφομοιώνονταν, το αντάρτικο πόλης. Έτσι σήμερα, όπου όλο και περισσότερες δραστηριότητες και πολιτικές πρακτικές βρίσκονται στο στόχαστρο της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Ειδικής Βίας, η «αντιτρομοκρατία» απαιτείται για να παραμείνει η οργή περίκλειστη στα όρια ενός προφασιζόμενου ρεαλισμού και του καθωσπρεπισμού. Γι αυτό οι διώξεις με τα πιο αμφίβολα δείγματα DNA, οι διαδοχικές αναβαθμίσεις του τρομονόμου, οι επικηρύξεις, το ιδιώνυμο των συντροφικών και κοινωνικών σχέσεων, οι διαρκείς παρακολουθήσεις, οι εκατοντάδες αγωνιστές που βρίσκονται σε δικαστική ομηρία και οι δεκάδες που κρατούνται στις φυλακές, η προπαγάνδα που μιλάει για «τρομοκράτες» και «συγκοινωνούντα δοχεία»… Για να προσδώσουν αλλότριες σημασίες, να απομονώσουν και στο τέλος να χτυπήσουν τον εσωτερικό εχθρό. Όσους συνδαυλίζουν το ταξικό μίσος και εντείνουν τον εθνικό διχασμό, όσους προωθούν την αλληλεγγύη, αυτοοργανωμένη δράση και τη σύγκρουση με το καθεστώς.

Το στοίχημα της εποχής μας, πιο επιτακτικό από ποτέ, είναι να καθορίσουμε την εξέλιξη της ιστορίας. Γιατί ο καπιταλισμός, η καθολική φτώχεια της και η μιζέρια που επιβάλλει δεν είναι μονόδρομος.

Χρήστος Πολίτης
Κλειστή Φυλακή Γρεβενών
8 Ιανουαρίου 2010

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.